Μένουμε ή φεύγουμε; Και μετά;


731
vote

Disclaimer: πρέπει να ομολογήσω ότι δεν είμαι πολύ καλός στο να λέω ιστορίες. Για το λόγο αυτό, αν η παρακάτω ιστορία σάς φαίνεται ενδιαφέρουσα, προτείνω να την ακούσετε από την Jane McGonigal εδώ. Παρόλα αυτά, θα προσπαθήσω να την πω κι εγώ, όπως την κατάλαβα, περισσότερο για λόγους πληρότητας...

Χάρτης της ΛυδίαςΟ Ηρόδοτος είναι γνωστός ...μπαρουφολόγος. Εντάξει, για να μην τα ισοπεδώνουμε όλα, του άρεσε λιγάκι να υπερβάλλει στις διηγήσεις του – άλλωστε, ο ίδιος εννοεί περισσότερο την «Ιστορία» του σαν αυτοψία, έρευνα και κριτική, παρά σαν παράθεση πραγματικών γεγονότων. Ειδικά η αποτίμησή του για τους Περσικούς πολέμους και, κυρίως, για τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι έτσι χτισμένη ώστε περισσότερο να απευθύνεται στο εθνικό φρόνημα (ό,τι κι αν σήμαινε αυτό στην εποχή του), παρά στον ιστορικό του μέλλοντος: για παράδειγμα, η αναφορά του για «στρατό ενός εκατομμυρίου Περσών» μοιάζει μάλλον με σενάριο Χολλυγουντιανής ταινίας ή με διαμετακομιστικό εφιάλτη, ειδικά αν σκεφτούμε τις δυνατότητες μετακινήσεων εκείνης της εποχής. Σε ό,τι αφορά πάντως στην εξιστόρηση της περιπέτειας των κατοίκων της Λυδίας, της χώρας ανατολικά της Ιονίας και της Αιολίας, ο Ηρόδοτος δικαιώνεται δεκάδες αιώνες αργότερα από τους βιολόγους και τους γενετιστές. Τι είπε ο Ηρόδοτος; Οι Λυδοί ήταν οι πρώτοι που έκοψαν νομίσματα από χρυσό και οι πρώτοι που έπαιξαν παιχνίδια χρησιμοποιώντας κάτι που μοιάζει με ζάρια, φτιαγμένο από οστά ζώων. Τα παιχνίδια αυτά ήταν ουσιαστικά η βάση για όλα τα παρόμοια παιχνίδια που ξέρουμε σήμερα και δεν είναι τυχαίο ότι η λατινική λέξη για το ρήμα «παίζω» είναι “ludo”. Οι Λυδοί, λοιπόν, είναι μάλλον και οι εφευρέτες των παιχνιδιών «σοβαρού σκοπού» (serious games) και μάλιστα στην περίπτωσή τους, πιο σοβαρού δε γίνεται: γεωλογικά ευρήματα μιλάνε για πολυετή πτώση της μέσης θερμοκρασίας στη χώρα τους, η οποία κατέστρεψε τη γεωργική τους οικονομία κι έφερε θανάσιμο, πολυετή λιμό. Το μέγεθος του προβλήματός τους ήταν τέτοιο, που η τροφή απλά δεν έφτανε για όλους – επινόησαν λοιπόν το παιχνίδι με τα «ζάρια» με τη λογική ότι κάθε μέρα οι μισοί κάτοικοι θα έτρωγαν και οι άλλοι μισοί θα ...ξεχνούσαν την πείνα τους με το παιχνίδι, ενώ οι ρόλοι να εναλλάσσονταν την επόμενη. Με αυτό το τέχνασμα πέρασαν τα χρόνια, και οι Λυδοί απλά συντηρούνταν – κάποια στιγμή όμως, ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Το φαγητό απλά δεν έφτανε για να φάνε όλοι και ο βασιλιάς τους ο Άτυς πήρε τη μεγάλη απόφαση: το μισό βασίλειο θα έφευγε για άλλες πολιτείες, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και με την «προίκα» του ονόματος και της ιστορίας της Λυδίας (τι ειρωνεία, βασιλιάς της Λυδίας υπήρξε και ο Κροίσος...) και οι υπόλοιποι απλά θα τα έβγαζαν πέρα με τη τροφή που θα παραγόταν από τα χωράφια της χώρας. Ο βασιλιάς, λοιπόν, έμεινε πίσω και έστειλε τους μισούς υπηκόους του, μαζί και το γιο του, σε ένα ταξίδι στο άγνωστο. Αν η ιστορία σάς φαίνεται απίθανη, ακούστε αυτό: μελετώντας το DNA από τα λείψανα Ετρούσκων κατοίκων της πόλης του Murlo, στην κεντρική Ιταλία, αλλά και ορισμένων ασυνήθιστων για την περιοχή ποικιλιών βοοειδών, οι ερευνητές Ιταλικών, Γερμανικών και Αμερικανικών Πανεπιστημίων συμφωνούν ότι οι κάτοικοι της περιοχής παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με αυτά των κατοίκων της Εγγύος Ανατολής, εκεί που βρισκόταν δηλαδή η αρχαία Λυδία, ενώ τα κοπάδια τους πρέπει να μεταφέρθηκαν από τους Λυδούς στη νέα τους πατρίδα, αφού η πιθανότητα εμπορικής συναλλαγής εκείνη την περίοδο μάλλον πρέπει να αποκλειστεί.

Με βάση ένα παιχνίδι λοιπόν, οι Λυδοί εγκατέλειψαν τη δοκιμαζόμενη και ανήμπορη να τους συντηρήσει χώρα τους για άλλες πολιτείες και, από ό,τι μάς λένε οι βιολόγοι, δεν τα κατάφεραν και πολύ άσχημα. Κάμποσους αιώνες αργότερα, το ίδιο ερώτημα, μένω ή φεύγω, απασχολεί και τους κατοίκους αυτής εδώ της χώρας. Μετά το πέρασμα των «Κροίσων», ή μάλλον όσων έγιναν Κροίσοι στην πορεία, η χώρα καταφανώς αδυνατεί να συντηρήσει τους κατοίκους της, όσο και να μειωθεί το ήδη καταπονημένο επίπεδο ζωής μας. Και να πω ότι δε δοκιμάσαμε κι εμείς τα ζάρια και κάθε είδους παιχνίδι... Αλλά βλέπεις την τύχη που είχαν όσοι το έριξαν εκεί.

Σε λίγες ώρες ξεκινά και το σχετικό debate που διοργανώνεται από την Intelligence Squared Greece στον «Ελληνικό Κόσμο». Τα ονόματα των επιχειρηματολογούντων, βαριά σαν ιστορία – κάτι που δείχνει ότι τουλάχιστον αυτά που θα πουν, θα τα έχουν ήδη στηρίξει και με έργα: Παπαδημητρίου, Καλύβας και Φαρμάκης θα υποστηρίξουν το «φεύγουμε», υποθέτω κυρίως λόγω της δουλειάς τους και της εμπειρίας από Πανεπιστήμια και επιχειρήσεις του εξωτερικού, και Απόστολος και Αρίστος Δοξιάδης και Πιερρακάκης το «μένουμε». Από ό,τι φαίνεται λοιπόν, αυτό το debate δε θα μοιάζει καθόλου με τα κλασικά, αγωνιστικά debate ή τουλάχιστον, ελπίζω να μην είναι έτσι: μια παράθεση λίγο ως πολύ γνωστών απόψεων, για ένα θέμα στο οποίο η απάντηση δεν είναι «άσπρο» ή «μαύρο» και η επίδειξη ρητορικών ικανοτήτων, όχι προς την κατεύθυνση της ανάδειξης μιας «νέας» αλήθειας, αλλά πιο πολύ προς την αντίκρουση και κατάρριψη των επιχειρημάτων της άλλης πλευράς. Το ερώτημα του αποψινού debate τριβελλίζει τους Έλληνες από τότε που η λάμψη της μετα-Ολυμπιακής Ελλάδας θάμπωσε και έγινε προφανές ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της περιόδου Σημίτη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα λογιστικό τεχνούργημα που είχε νόημα μόνο στα ...διπλά βιβλία που διατηρούσαμε σαν κράτος τόσα χρόνια. Και τελικά δεν έχει και τόση σημασία η απόφαση αυτή καθαυτή, όσο οι ενέργειες και οι δράσεις μας για να τη στηρίξουμε – γιατί αν, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα στα οποία δεν υπάρχει «άσπρο» ή «μαύρο», πάρεις τη μια ή την άλλη απόφαση, και «καθίσεις» πάνω της, χωρίς να υποστηρίξεις και να παλέψεις την επιλογή σου, τότε η όποια αποτυχία δε θα πρέπει να χρεωθεί στη χώρα που σε «έδιωξε» ή σε «υποδέχτηκε», αλλά σε σένα τον ίδιο. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα λοιπόν να ακούσουμε τόσο τα επιχειρήματα για το αν κάποιος πρέπει να μείνει ή να φύγει, όσο το τι σκοπεύει ή τι μπορεί να κάνει εκεί που θα πάει ή μένοντας εδώ. Κι επειδή εγώ επέλεξα καιρό πριν να μείνω, προσωπικά με ενδιαφέρει περισσότερο το δεύτερο.

Το να επιλέξουμε την παραμονή και να συνεχίσουμε να μένουμε καθισμένοι στον καναπέ μας, μοιρολογώντας για το μέλλον το δικό μας και των οικογενειών μας, δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Είναι ένα σπορ στο οποίο επιδιδόμαστε για καιρό, ειδικά και ακόμα περισσότερο εμείς οι Παναθηναϊκοί, και το οποίο το μόνο αποτέλεσμα έχει είναι να είμαστε στην καλύτερη περίπτωση στάσιμοι στο ίδιο σημείο, στη χειρότερη, κάθε μέρα πιο βαθιά στα περιττώματα. Αν δεν καταλάβουμε ότι αναγκαία συνθήκη για να μη διαλυθεί ο τόπος είναι να ξεβολευτούμε όλοι (μα όλοι!) και να θυσιάσουμε κάποια από τα προνόμια ή τα δικαιώματά μας, τότε η κατρακύλα θα είναι πολύ οδυνηρή και απότομη. Δεν ξέρω αν, εκτός από αναγκαία, θα είναι και ικανή αυτή η συνθήκη, αν δηλαδή όντως θα μας προσφέρει κάποια διέξοδο – χωρίς αυτήν όμως δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ αν το φως στην άκρη του τούνελ είναι όντως η έξοδος ή το τρένο που έρχεται να μας πατήσει. Όλοι (μα όλοι) απολαμβάνουμε δικαιώματα και ευκολίες που δε μπορεί να συντηρήσει ο τόπος ή που δεν τα δικαιούμαστε ή δεν τα κερδίσαμε με τη δουλειά μας – περίπου όπως η Λυδία δε μπόρεσε να συντηρήσει τους δικούς της κατοίκους κάποιους αιώνες πίσω. Και μιλάω στι πρώτο πληθυντικό, ξεκινώντας από το συνάφι μου και από τον τρόπο που οι κυβερνώντες τα Πανεπιστήμια, οι πνευματικοί ταγοί του τόπου, κάποιοι από τους οποίους εξελέγησαν όχι από τους καθηγητές, αλλά από συμπράξεις διοικητικών υπαλλήλων και φοιτητών (παγκόσμια πρωτοτυπία), μάχονται οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του αρρωστημένου τοπίου στην εκπαίδευση. Οι οποίοι μάλιστα, αντί να επιζητούν την αξιοκρατία και την αξιολόγηση, να την αρνούνται και να την αγνοούν επιδεικτικά, προσαρμοζόμενοι κι αυτοί στην εξίσωση προς τα κάτω που επιχειρήθηκε στην Παιδεία του τόπου από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα. Και αυτό δεν αποτελεί κομματική μπηχτή προς το κόμμα που κυβερνά από τότε, γιατί αν δει κανείς τις επιλογές προσώπων που έχει κάνει η Ρηγίλλης/Συγγρού τα τελευταία χρόνια, μάλλον ανακουφίζεται από το γεγονός ότι αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι τελικά δεν κλήθηκαν να κρατήσουν τις τύχες της Παιδείας μας στα χέρια τους (αν και μάλλον ο Άρης θα μπορούσε να δώσει μια διαφορετική οπτική στα πράγματα, κρίνοντας από τη γνωστή φωτογράφηση με την πετσέτα...)

Λεφτά λοιπόν δεν υπάρχουν, το καταλάβαμε στο πετσί μας αυτό – ή, αν υπάρχουν, δεν υπάρχει η διάθεση να δοθούν στην Παιδεία. Φαίνεται να υπάρχει μια διάθεση για κάποιο νοικοκύρεμα πάντως, ή τουλάχιστον για περιορισμό της σπατάλης με πρόφαση το νοικοκύρεμα. Κι αυτό το νοικοκύρεμα θα έπρεπε να το θέλουν και οι ίδιο οι φοιτητές, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής, για εκείνους είμαστε εδώ και για εκείνους γίνεται όλη αυτή η μανούρα. Είναι όμως τέτοιες οι δομές της κοινωνίας μας, που η ατομική ευθύνη απουσιάζει, όπως απουσιάζει και η διάθεση να αγωνιστεί κανείς, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι στον αγώνα υπάρχουν και ήττες και θυσίες. Διάβασα μια φράση σε φοιτητικό φόρουμ και οριακά είμαι περήφανος που δεν την καταλαβαίνω. Η φράση έλεγε ότι «το σταθερό πρόγραμμα εξετάσεων μάς περιορίζει στο πότε θα κάνουμε τους αγώνες μας» και αποτελεί ακριβώς ένα σύμπτωμα των ασθενειών που μεταδίδουμε στους φοιτητές, που αποτελούν το δυναμικό αυτού του τόπου, με την έννοια που αυτή η λέξη έχει για τους φυσικούς: ικανότητα παραγωγής έργου. Και με τα μυαλά που όλοι επιδεικνύουμε, θα μείνουμε με την ικανότητα και δε θα φτάσουμε ποτέ στο έργο.

Είμαστε όλοι Γκουμομπασινάδες

Παλιότερα πίστευα πως το «φεύγω» ισοδυναμεί περίπου με φυγομαχία. Στο κάτω κάτω, εδώ είναι ο τόπος σου και έχεις υποχρέωση να τον στηρίζεις και στα δύσκολα – και πιο δύσκολα από τούτα εδώ δεν είχαμε ζήσει, η γενιά μας τουλάχιστον. Ομολογώ πάντως ότι έχω αρχίσει να αναθεωρώ: ένα από τα πιο δυσάρεστα συναισθήματα είναι να θες να προσφέρεις με τη δουλειά σου και το μυαλό σου και να μη μπορείς, και ακόμα χειρότερα, όταν αυτό που τελικά προσφέρεις δεν αναγνωρίζεται από ανθρώπους που έχουν συντελέσει στη διατήρηση του τέλματος στο οποίο όλοι βυθιζόμαστε. Έτσι τελικά μάλλον δε μπορώ να πω τίποτα σε αυτούς που επιλέγουν να σαλπάρουν σε άλλες πολιτείες, παρά μόνο «καλό κουράγιο». Η χειρότερη όμως περίπτωση είναι αυτοί που φεύγουν ...μένοντας: από τότε που έσκασε η φούσκα της ευημερίας μας, βλέπω, ακούω και διαβάζω διάφορους, γνωστούς για τη δουλειά τους ή όχι, να σχολιάζουν, να καυτηριάζουν όσους μένουμε, να προτείνουν «εκ βάθρων αλλαγές» και «επαναστάσεις» από την ασφάλεια ενός διαμερίσματος στο Λος Άντζελες, τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο (τυχαία η επιλογή της πόλης) και με το στυλ κάποιου που αυτοαποκαλείται διανοούμενος, σαν τους Παρισινούς «αγωνιστές» κατά της Χούντας στην επταετία, τους καθισμένους μπροστά από μια ποικιλία τυριών, οι οποίοι κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο Γαλλικό κρασί (το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θεωρείται τόσο καλύτερο από τα δικά μας, αλλά δεν πειράζει) ανέλυαν φιλοσοφικά την κατάσταση με ατάκες του Σαρτρ ή του Νίτσε. Και λέω ότι φεύγουν μένοντας, γιατί σκοπός τους είναι να επανέλθουν σε μια περίπου καμμένη Ελλάδα (χωρίς ή με εισαγωγικά) και να φέρουν σαν μόνο γαλόνι τους τη θητεία τους σε ένα μεγαλόσχημο ίδρυμα του εξωτερικού, χωρίς απτά διαπιστευτήρια δουλειάς. Κοιτάζοντας πίσω στην ιστορία μας, μπορεί να θυμηθεί κανείς πολλά ηχηρά ονόματα, που δόξασαν την Ελλάδα και που αποτέλεσαν σύμβολα για διαφορετικά ο καθένας πράγματα – τουλάχιστον έτσι θέλουμε να λέμε στα παιδιά μας, γιατί έτσι μας διδαξαν κι εμάς. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις που η Ελλάδα υπερέβη όσα ταιριάζουν στο μικρό και ταπεινό της μέγεθος, τα κατάφερε όχι σε χάρη κάποια ιδιοφυΐα, αλλά χάρη στη δύναμη των πολλών.

Ο Παρθενώνας μπορεί να έμεινε στην ιστορία σαν έργο του Ικτίνου και του Καλλικράτη, στη Αθήνα του Περικλή, αλλά δε θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα χωρίς τους χιλιάδες που δούλεψαν για να κουβαλήσουν και να σηκώσουν και σίγουρα χωρίς τα χρήματα των συμμάχων της Αθήνας.

Η επανάσταση του 1821, η νίκη του Έλληνα Δαβίδ απέναντι στον Οθωμανό Γολιάθ, δεν οργανώθηκε από κάποιο απόφοιτο σχολής Ευελπίδων ή του West Point, αλλά από «αγράμματους» οπλαρχηγούς.

Και πολύ πιο πρόσφατα, το ...έπος του Euro 2004, δεν το έζησε ο «στρατηγός» Δομάζος, ο «μάγος της μπάλας» Σαραβάκος ή η πολυδιαφημισμένη ομάδα του 1994 (και του 4-4-2), αλλά οι ...Γκουμομπασινάδες και ο Καραγκούνης, με λιγότερα λόγια και φανφάρες και πολύ περισσότερη δουλειά. Αυτό πρέπει να δώσουμε όλοι, και όχι τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, και μάλιστα από απόσταση...