Γενετικά τροποποιημένα κουνούπια δε στοχεύουν πλέον τις ανθρώπινες οσμές



Πηγή

Nature, LiveScience


Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Rockefeller της Νέας Υόρκης βρήκαν τρόπο να τροποποιήσουν το γενετικό υλικό κουνουπιών ώστε αυτά να μην προτιμούν πλέον την οσμή των ανθρώπων. Τα ενοχλητικά, για τους περισσότερους, έντομα εντοπίζουν τα …θύματά τους ανιχνεύοντας τις οσμές του σώματος, τη θερμότητα που εκπέμπει και το εκπνεόμενο διοξείδιο του άνθρακα. Είδη όπως το Anopheles gambiae και το Aedes aegypti προτιμούν ιδιαίτερα τις οσμές που αναδίδει το ανθρώπινο σώμα και μπορεί να είναι φορείς ασθενειών όπως η ελονοσία και ο κίτρινος πυρετός.

Στην εργασία τους που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, οι ερευνητές αναφέρουν ότι δημιούργησαν κουνούπια με μεταλλαγμένο ένα γονίδιο που αφορά στην οσμή, κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή της αντίστοιχης αίσθησης. Τα μεταλλαγμένα κουνούπια δεν ανταποκρίθηκαν στην οσμή του ανθρώπινου σώματος, παρά μόνο με την παρουσία διοξειδίου του άνθρακα, και πάντως όχι περισσότερο από όσο προς τις οσμές άλλων ζώων. Η μετάλλαξη είχε επίσης σαν συνέπεια την απώλεια της απέχθειάς τους προς την οσμή του εντομοαπωθητικού DEET, που αναπτύχθηκε από τον Αμερικανικό στρατό σαν εντομοκτόνο και χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στη Νοτιοανατολική Ασία και τον πόλεμο του Βιετνάμ, παρότι μπορούσαν να το διακρίνουν πάνω στο ανθρώπινο δέρμα.

Η κατανόηση των παραγόντων που προσελκύουν τα κουνούπια ανοίγει νέους δρόμους και για την απώθησή τους. Σύμφωνα με τη Δρ. Leslie Vosshall, που ήταν επικεφαλής στη μελέτη, «αλλάζοντας ένα και μόνο γονίδιο, μπορούμε να προκαλέσουμε σημαντική σύγχυση στο κουνούπι στην προσπάθεια που αυτό κάνει να εντοπίσει τους ανθρώπους». Η Vosshall μελετούσε ένα γονίδιο με το όνομα “orco”, το οποίο έπαιζε σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό οσμών στις μύγες. Με βάση τις ενδείξεις ότι τα κουνούπια χρησιμοποιούσαν τις οσμές του περιβάλλοντος για να εντοπίσουν τα θύματά τους, η Vosshall υποπτεύθηκε ότι το ίδιο γονίδιο μπορεί να είναι σημαντικό και για τα κουνούπια. Χρησιμοποιώντας τεχνικές γενετικής μηχανικής, η Vosshall και οι συνεργάτες της τροποποίησαν το γονίδιο σε κουνούπια του είδους Aedes aegypti και εξέθεσαν φυσιολογικά και γενετικά τροποποιημένα κουνούπια σε φύλλα νάιλον με ανθρώπινη μυρωδιά, με την παρουσία ή την απουσία διοξειδίου του άνθρακα. Οι επιστήμονες επίσης επανέλαβαν το πείραμα ώστε να συγκρίνουν τα αποτελέσματα με την περίπτωση του αέρα που περνά πάνω από ένα ανθρώπινο χέρι και ένα ινδικό χοιρίδιο.

Τα γενετικά τροποποιημένα κουνούπια δε μπόρεσαν να διακρίνουν την ανθρώπινη μυρωδιά όταν απουσίαζε το διοξείδιο του άνθρακα, αλλά και όταν αυτό συνόδευε τα φύλλα νάιλον, δεν έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση στην ανθρώπινη μυρωδιά, σε σχέση με αυτήν του ινδικού χοιρίδιου. Παράλληλα, η ομάδα της Vosshall μέτρησε πώς τα γενετικά τροποποιημένα έντομα ανταποκρίθηκαν στο DEET, συγκρίνοντας τη συμπεριφορά τους απέναντι σε ένα ανθρώπινο χέρι που είχε ψεκαστεί με το εντομοαπωθητικό κι ένα καθαρό: τα μεταλλαγμένα κουνούπια πέταξαν και προς τα δύο χέρια, αλλά μόλις έφτασαν στο ψεκασμένο χέρι, απωθήθηκαν από την οσμή του. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα κουνούπια έχουν δύο διαφορετικούς μηχανισμούς για τον εντοπισμό του DEET, έναν που δρα όταν βρίσκονται σε απόσταση κι έναν για κοντινές αποστάσεις προς το στόχο τους.

Τα επόμενα βήματα των ερευνητών είναι να μελετήσουν πώς το γονίδιο orco επηρεάζει τους υποδοχείς οσμών που χρησιμοποιούν τα κουνούπια για να εντοπίσουν το ανθρώπινο σώμα. Σύμφωνα με τη δρ. Vosshall, αν οι επιστήμονες κατανοήσουν πώς επιδρούν πάνω στα κουνούπια τα εντομοαπωθητικά, θα είναι σε θέση να τα εξελίξουν.